Σημείο Πλοήγησης: Άρθρα ΆΡΘΡΟ - Στην εφημερίδα «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»
 
 

ΆΡΘΡΟ - Στην εφημερίδα «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»

E-mail Εκτύπωση PDF

Η κατάσταση της Έρευνας στην Ελλάδα

Είναι γνωστό ότι στα εκπαιδευτικά ιδρύματα ή στα ερευνητικά κέντρα της Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής συνήθως οι πόροι για έρευνα περισσεύουν, δεδομένου ότι εκεί, πέρα από την κρατική επιχορήγηση, λειτουργεί συμπληρωματικά και ο θεσμός των χορηγιών. Έτσι, παρέχονται πολλές δυνατότητες σε όσους επιθυμούν να προσφέρουν στην έρευνα και στην επιστήμη αλλά και να βρουν διέξοδο για την έμφυτη κλίση τους.

Αντίθετα, στην πατρίδα μας ανέκαθεν τα ποσά που, μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, διαθέταμε για την έρευνα ήταν περιορισμένα. Αυτός ο αρνητικός παράγοντας, εκτός από τη γραφειοκρατία, λειτουργούσε αποτρεπτικά σε πολλούς υποψήφιους ερευνητές – νέους απόφοιτους των πανεπιστημίων μας αλλά και έμπειρους επιστήμονες -, υποχρεώνοντάς τους ουσιαστικά να αναχωρήσουν για το εξωτερικό.

Στερούμαστε δηλαδή πολλά καλά μυαλά που θα μπορούσαν, πέρα από την έρευνα, να συμμετέχουν και σε ένα ελληνικό think tank με όσα θετικά θα μπορούσε αυτό να συνεισφέρει. Άλλωστε, είναι γνωστή η σημαντική συμβολή της έρευνας και της καινοτομίας στην εν γένει ανάπτυξη.

Δυστυχώς, το καταστροφικό Μνημόνιο και το γενικό πρόγραμμα αυστηρής λιτότητας που μας επέβαλαν, έχουν σαν αποτέλεσμα τον δραστικό περιορισμό των σχετικών κονδυλίων και ως εκ τούτου το ερευνητικό έργο στην Ελλάδα θα αποτελεί πλέον είδος σε πολυτέλεια

Πριν από δέκα χρόνια περίπου όλες οι ευρωπαϊκές χώρες είχαν συμφωνήσει να αυξήσουν το ποσοστό που διαθέτουν για την έρευνα, ώστε να προσεγγίσει το 3% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Περιττό να αναφερθεί ότι η χώρα μας είναι η μοναδική στην οποία το σχετικό ποσοστό μειώθηκε αντί να αυξηθεί και σήμερα εκτιμάται ότι βρίσκεται κοντά στο 0,5%. Το πόσο υστερούμε συγκριτικά φαίνεται και από το ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε για το 2011 ποσό 6,4 δις. ευρώ, για έρευνα και καινοτομία, ποσό μεγαλύτερο από κάθε προηγούμενο.

Την κατάσταση επιδεινώνει ακόμα περισσότερο και το γεγονός ότι ο τομέας της έρευνας ταλαιπωρήθηκε και από την αλλαγή εποπτεύοντος φορέα (από το Υπουργείο Ανάπτυξης «πέρασε» στο Υπουργείο Παιδείας), από την καθυστέρηση τοποθέτησης διευθυντών στα ερευνητικά κέντρα αλλά και από τα προβλήματα που συχνά δημιουργούνται σε ανώτερο επίπεδο, όπως έδειξε και η σχετικά πρόσφατη παραίτηση του Γενικού Γραμματέα Έρευνας και Τεχνολογίας.

Από όλα τα παραπάνω, εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε τις πιθανές επιπτώσεις: αποτελέσματα και συμπεράσματα ερευνών που παραμένουν αναξιοποίητα και δεν διαχέονται για το καλό του συνόλου, εργαστήρια που διαλύονται και γενική απογοήτευση σε όσους επιστήμονες έχουν απομείνει.

Βέβαια, προβάλλει μία αχτίδα φωτός από τη δυνατότητα απορρόφησης κονδυλίων του Ε.Σ.Π.Α., μέσω ευρωπαϊκών διαρθρωτικών προγραμμάτων που τα τελευταία 20 χρόνια αναπληρώνουν την αδυναμία πλήρους ελληνικής χρηματοδότησης.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο συντονισμός. Η πρωτοβουλία ανήκει στην κυβέρνηση, η οποία πρέπει επιτέλους να αξιοποιήσει ουσιαστικά το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας, που η ίδια με τυμπανοκρουσίες δημιούργησε, ώστε να μετέχει στη διαδικασία έρευνας στη χώρα.

Ίσως έτσι μετά από λίγο καιρό η πατρίδα μας «μπει» δυναμικά και με αξιώσεις στον τομέα της έρευνας και δημιουργηθούν αναπτυξιακές συνθήκες για την οικονομία μας, που είναι και το τελικό ζητούμενο.